ανυψώνω


ανυψώνω
ανυψώνω, ανύψωσα βλ. πίν. 3

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανυψώνω — (Α ἀνυψῶ, όω) 1. σηκώνω ψηλά 2. εξυψώνω ηθικά …   Dictionary of Greek

  • ανυψώνω — [анипсоно] р. приподнимать, возвышать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ανυψώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος 1. σηκώνω κάτι ψηλά: Σε λίγο το αεροπλάνο είχε ανυψωθεί. 2. κάνω κάτι να πάρει ύψος, να γίνει ψηλό: Από τη μεριά αυτή ο τοίχος πρέπει να ανυψωθεί. 3. εξυψώνω, αναδείχνω: Η επιτυχία του εκείνη τον ανύψωσε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ιδανικεύω — ανυψώνω κάτι σε ιδανική μορφή, αποδίδω σε κάτι ιδανική υπόσταση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδανικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο περιοδικό Νέα Πανδώρα από τον Π. Βράιλα Αρμένη] …   Dictionary of Greek

  • αέρας — Όρος με πολλές ερμηνείες και χρήσεις. Ο άνεμος που δεν είναι πολύ δυνατός. Τo κλίμα ενός τόπου και μεταφορικά το ψυχολογικό κλίμα. Η εξωτερική εμφάνιση, το ύφος, το παρουσιαστικό. Η τόλμη, η αλαζονεία, η αυθάδεια. Έκφραση της ψυχικής διάθεσης. Η… …   Dictionary of Greek

  • κορυφώνω — (ΑM κορυφῶ, όω) [κορυφή] 1. ανυψώνω κάτι ώστε να σχηματίσει κορυφή («κορυφοῡν τὴν περὶ τὰ πρέμνα γῆν προσήκει», Γεωπ.) 2. ανυψώνω κάποιον ή κάτι στον ανώτατο βαθμό, στο ύψιστο σημείο 3. (συν. το μέσ. και το παθ.) κορυφώνομαι, κορυφοῡμαι, όομαι… …   Dictionary of Greek

  • παροχλίζω — Μ μετακινώ ή ανυψώνω χρησιμοποιώντας μοχλό. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + ὀχλίζω «κινώ με μοχλό, ανυψώνω»] …   Dictionary of Greek

  • προσανατείνω — Α 1. τεντώνω κάτι με ακόμη μεγαλύτερη δύναμη 2. σηκώνω προς τα πάνω, ανυψώνω («προσανατείνειν τὴν κεφαλὴν καὶ τὰς χεῑρας εἰς οὐρανόν», Κλήμ. Αλ.) 3. (μέσ. και παθ.) προσανατείνομαι α) επισείω ως επί πλέον φόβητρο («παρῆν εἰς Ἀχαΐαν… …   Dictionary of Greek

  • προσανεγείρω — Μ 1. ανεγείρω κάτι επιπροσθέτως 2. εγείρω, ανυψώνω («τό... πέλαγος... κύματα μακρά... προσανεγεῑρον τοῑς πλέουσιν», Κ. Πορφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἀνεγείρω «ανυψώνω, χτίζω, οικοδομώ»] …   Dictionary of Greek

  • σηκώνω — ΝΜ 1. υψώνω, μετακινώ από κάτω προς τα πάνω (α. «είχε πέσει κάτω και τό σήκωσα» β. «σηκώνω τὸ πινάκιν μου καὶ βλέπω τὸ σκουτέλιν», Θ. Πρόδρ.) νεοελλ. 1. καλώ ή αναγκάζω κάποιον καθιστό να αφήσει τη θέση του και να σταθεί όρθιος («τόν σήκωσα από… …   Dictionary of Greek